Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Σαν σήμερα...


Γαμήσου, καργιόλικο φατσοβιβλίο!!! Δεν θέλω να θυμάμαι!!! Γαμώ την ώρα και τη στιγμή που μέσα από σένα βρήκαν φωνή αυτά που με πνίγουν. Ανάθεμα την ώρα που εθίστηκα στο να τα λέω στην πεθερά και να τ’ ακούει η νύφη. Αλλά ποιος σου είπε πως θέλω να θυμάμαι!;!;!;
Δεν θέλω να θυμάμαι τις τελευταίες φορές μου. Δεν θέλω να θυμάμαι πως σαν σήμερα σε είδα τελευταία φορά. Σαν σήμερα μέσα στην εντατική ήξερα. Όταν άκουσες τη φωνή μου το στήθος σου κόντεψε να σπάσει. Δάκρυσες. “Ξύπνα” σου έλεγα. Αλλά δεν μου έκανες τη χάρη. Και ήρθε αυτός ο σκατορουφιάνος το φατσοβιβλίο να μου θυμίσει ότι εκείνη ήταν η τελευταία εικόνα που έχω από σένα.
Δεν θέλω να θυμάμαι ότι οι πολύτιμοι οκτώ μου έγιναν ξαφνικά επτά συν ένας. Δεν θέλω να έχω τελευταίες φορές με κανέναν. Ακούς; Πώς τόλμησες και την έκανες έτσι; Μας άφησες πίσω μισούς, λειψούς, να προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να περπατήσουμε, να στηρίξουμε ο ένας τον άλλο. Δεν ήθελα! Το ξέρεις ότι δεν ήθελα; Έλεγες ότι θα γεράσουμε μαζί και θα μας βρούνε πεθαμένες να μιλάμε στο τηλέφωνο. Αυτό έλεγες! Ψεύτρα! Πίσω με άφησες. Με άφησες εδώ να προσπαθώ να εξήγήσω, να καταλάβω, να αποδεχτώ ότι ο δικός μου Θεός αφήνει να γίνονται και αυτά! Ο δικός μου Θεός δεν λυπήθηκε κανέναν μας.
Κι έρχεται το γαμοβιβλίο να μου θυμίσει ότι πριν ένα χρόνο ήρθα ελπίζοντας ότι η αγάπη μας, ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός που αναπτύξαμε για δέκα χρόνια θα σε ταρακούναγε τόσο που θα ξύπναγες. Πόσο ηλίθια ήμουν. Έφυγες! Έτσι απλά έφυγες. Χωρίς να πεις λέξη. Τι στον κόρακα έγινε; Τι δεν πρόλαβα; Τι δεν σταμάτησα; Γιατί εσένα;
Θες να ξέρεις πως είναι χωρίς εσένα; Τί ρωτάω όμως; Ξέρεις. Εσείς από κει πάνω λέει τα βλέπετε όλα. Και λοιπόν; Ωραία. Έλα εδώ. Καθάρισα το μπαλκόνι, φτιάχνω καφέ- μπακλαβά όπως τον πίνεις, το wifi τα σπάει, το βράδυ θα πάρω μαυροδάφνη και θα ακούμε Βασίλη και θα γελάς εσύ που κλαίω εγώ. Έλα, έχω και μποστάνι τώρα, δυο ντοματιές στο μπαλκόνι κι αυτές. Θα σου πω και για την γαρδένια και μετά θα με κοροϊδεύεις. “Βρωμάς καψούρα” θα μου ξαναλές. Σε θέλω εδώ, μαλακισμένο. Ξέρω κι εγώ κι εσύ πως τα αστεράκια δεν είναι αυτοί που φύγανε. Δεν σε ψάχνω στον ουρανό. Εδώ σε θέλω. Όλοι εδώ σε  θέλουμε.
Το φατσοβιβλίο δεν θέλω να μου θυμίζει τίποτα! Ούτε κι εσένα. Επτά συν ένας. Κλήρωσε. Κλείδωσε. Να γαμηθεί κι ο ουρανός και όλο το δωδεκάθεο που σε κρατάει εκεί πάνω. Δεν έχω γλύκες να σου πω. Όλες τις χάρες θα στις κάνω. Γύρνα.
Πηγαινέλα αυθημερόν. Δεν λογάριασα τίποτα. Ούτε λεφτά, ούτε κούραση, ούτε τον πόνο. Ερχόμουν να σε σηκώσω ξανά και να την κάνουμε. Μα είχες πάρει δρόμο και πίσω δεν γυρνούσες. Πηγαινέλα αυθημερόν να μαζέψω κομμάτια, να αναπτερώσω ελπίδες. Τίποτα δεν κατάφερα. Τίποτα. Ράγισα. Έφυγες, σαν να έσπασε για πάντα ο καθρέφτης μου και να μην έχω πια είδωλο. Δεν θα σου πω ότι είμαστε καλά χωρίς εσένα. Το παλεύουμε όλοι. Κι εκείνος. Και εκείνα. Κι εγώ. Για χάρη σου όλα, για χάρη σου όλοι. Είμαι θυμωμένη. Ακόμα είμαι θυμωμένη κι ας καταλαβαίνω ότι κάποια πράγματα δεν τα ελέγχουμε. Αυτά φοβόμουν πάντα! Αυτά που με κάνουν να λέω “εγώ πρώτα”. Πρώτα απ’ όλους εμένα. Δεν τα μπορώ τα φεύγα. Δεν τα θέλω. Θέλω να παίρνω παρουσίες και να είναι όλοι παρόντες. Μπορεί να είναι εγωιστικό αλλά θέλω να ζήσουν και να με θυμούνται… ή και να μη με θυμούνται. Να ζήσουν. Κι αυτό το χατήρι, εσύ δεν μου το έκανες. Τώρα λοιπόν, σου ζητάω αυτό που θα μου κάνεις. Μου χρωστάς! Αν όντως έχεις πιάσει πρώτο τραπέζι εκεί πάνω, φύλαγέ τους. Επτά! Ακούς; Επτά! Δεν μετράω άλλα μείον. Επτά! Μόνο αυτό σου ζητάω. Φύλαγε ότι μου έμεινε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου