Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Στον ντελβέ...(αχ βρε γιαγιά...μέρος 2ο)

 Σχεδόν μόλις είχε ξημερώσει. Στριφογυρνούσα στο κρεβάτι μου όλη νύχτα και μόλις χάραξε η μέρα, σηκώθηκα σαν να μη με κρατούσε τίποτα ξαπλωμένη. Δεν μου έφταιγε η ζέστη, δεν μου περίσσευε ο ύπνος...Αλλά με έτρωγαν οι σκέψεις... Εδώ και μια βδομάδα αρνούμαι πεισματικά να πάω να κοιμηθώ στο σπίτι μου. Έρχομαι και κοιμάμαι στη γιαγιά... Άνοιξα μια χαραμάδα στην πόρτα του δωματίου της να δω αν κοιμάται... Ουουου...τον ύπνο του δικαίου... Μπήκα στο κουζινάκι κι έβγαλα από το ντουλάπι ένα πακετάκι καφέ που είχα αφήσει αποβραδίς εκεί. Άναψα το καμινέτο κι έβαλα το μπρίκι με τον καφέ να βράσει. Σαν κι εκείνη τον φτιάχνω βαρύ γλυκό...Κι εγώ κι αυτή το μέτριο δεν το σηκώνουμε ούτε στον καφέ μας...Εκείνη μ' έμαθε άλλωστε να φτιάχνω καφέ. Από μικρή θυμάμαι και τον μακαρίτη τον παππού μου  που έλεγε "Πάλι τον καφέ σου μ' έφτιαξες; Μέτριο δεν κάνει να φτιάξεις μια φορά για;". "Μέτριο; Είναι καφές ο μέτριος; Τι του μένει, γιαβρί μου; Το άρωμα για η νοστιμάδα; Ο καφές πρέπει να είναι βαρύς γλυκός. Βαρύς σαν τους καημούς του ανθρώπου και γλυκός σαν τη κουβέντα που τον κάνει παρέα." Και φυσικά κανείς δεν μπορούσε να της φέρει αντίρρηση. Έτσι κι εγώ, από μικρή κρεμασμένη δίπλα στην ποδιά της, δυο πράγματα έμαθα να φτιάχνω...βαρύ γλυκό καφέ και χουνκιάρ μπεγιεντί...
Πήρα το φλιτζάνι μου και κάθισα στον τσιμεντόλιθο έξω από την πόρτα. Ξέρω πως σαν σηκωθεί και δει τον καφέ μου να είναι ακουμπισμένος στο πλακάκι καταγής θα αρχίσει το ψαλτήρι- για το δισκάκι που δεν έβαλα από κάτω μη μου χυθεί και σφουγγαρίζουμε- αλλά δεν πειράζει...Με ξέρει και την ξέρω κι εγώ...εγώ πάντα θα ακουμπώ την κούπα στο πλακάκι κι αυτή πάντα θα με ψέλνει...
Πέρασε καμιά ώρα όταν άκουσα το τακ τακ τακ του μπαστουνιού της. Πήγε πρώτα να δει αν κοιμάμαι και μετά ξανά τακ τακ τακ ήρθε να με βρει.
- Καλημέρα, γιαγιά.
- Καλημέρα, κορούλα μου... Τι κάνεις, γιαβρί μου; Καφεδάκι βλέπω... τούρκικο για;
- Ναι, κι είναι αυτός που σ' αρέσει. Η Δοξούλα τον έστειλε από την Κομοτηνή. Χθες μου τον έφερε η μάνα της και είπα να τον πιω με σένανε. Να σε κάνω έναν;
- Να με κάνεις... κι άμα με κάνεις και παρέα ακόμα καλύτερα.
- Θα σε κάνω και παρέα..., της είπα και της έριξα ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο καθώς σηκωνόμουν για να μπω στην κουζίνα.
- Μπα; Δουλειά δεν έχουμε σήμερα;
- Σάββατο, ρε γιαγιά... της είπα με υφάκι εξυπνάκια κι εκείνη ξερόβηξε για να μαζευτώ..."αυτό το ρε πότε θα το κόψεις; Ρε ο ένας, ρε ο άλλος, ρε κι η μάνα σου,  ρε όλοι...Κορίτσι είσαι συ;" 

Αχ, καημένη μου γιαγιά, και να ΄ξερες...τι άλλο λέει αυτό το στόμα...

Έκατσε έξω από την πόρτα σε μια πλαστική πολυθρόνα ακουμπισμένη στον τοίχο και νομίζοντας πως δεν ακούω μονολογούσε
"...Αχ, γιαβρί μου...μέχρι να φτάσω στο ντελβέ θα σ' έχω εξομολογήσει... για να θες εσύ τούρκικο και να κάτσεις παρέα μου...τρώγεσαι πάλι.."
Βγήκα με τον καφέ της στο αγαπημένο παμπάλαιο φλιτζάνι της κι ένα ποτήρι με νερό.
- Α, σε ευχαριστώ, μπακίρι μου... Για πες με, βρε, τι κάνει η Δοξούλα; Η μάνα της μεγάλη έγνοια την έχει εκεί που ξενιτεύτηκε..
- Σιγά, καλέ γιαγιά, στην Κομοτηνή είναι, όχι στην Αλάσκα... Άκου ξενιτεύτηκε...
- Και τι είναι η Κομοτηνή; Κοντά είναι για; Άφηκε κοτζάμ σπιταρόνα και τους δικούς της για να πάει στην άλλη άκρη της γης για τα μάτια ενός...άντε...
- Βρε γιαγιά...τι λες; Εσύ τα λες αυτά; Εσύ δεν λες η αγάπη όλα τα νικά; Έ, και της Δοξούλας η αγάπη όλα τα νικά...μια χαρά είναι...αλίμονο σε άλλους...
- Ναι...η αγάπη... θα σε έλεγα τώρα εγώ για την αγάπη  που την έχετε κάνει ένα πράμα σκέτο...Ξέρετε, βρε, εσείς από αγάπη; Ξέρετε;
- Δεν ξέρουμε; Εμένα το λες;
- Σουσουράδα, μη με κάνεις εμένα παγίδες, ακούς; Δεν μιλάω εγώ για σένα... Που μ' έφτιαξες καφέ και θες και παρέα...λέγε τι έχεις...
Μαζεύτηκα...τέτοια αμεσότητα δεν την περίμενα η αλήθεια είναι... Την κοίταξα κατάματα και της χαμογέλασα... Θα μου πεις το φλιτζάνι; τη ρώτησα..
- Α, εγώ από αυτά δεν ξέρω... Αυτά δεν είναι χριστιανικά, σολομωνική είναι...
- Καλά, θα μου το πεις; την ξαναρωτώ.
- Όχι! Και μην το ξαναπείς... Τι να το κάνεις, ματάκια μου, το φλιτζάνι; Εσύ ξέρεις τι να κάνεις πάντα..
Η γιαγιά Ευανθία έλεγε το φλιτζάνι παλιά μέχρι τη στιγμή που μας άφησε χρόνους ο παππούς ο Κωνσταντής, ο άντρας της. Δυο πράγματα ήταν σύμφυτα με τη γιαγιά . Η άρνηση να πει ξανά το φλιτζάνι και να μην πλένει το τασάκι του παππού. Η γιαγιά σταμάτησε να λέει το φλιτζάνι γιατί είδε λέει τον καβαλάρη και τον αρχάγγελο πάνω από το κρεβάτι του παππού κι ο παππούς μετά από δυο μέρες πέθανε στον ύπνο του. Απ' την άλλη το τασάκι δεν το έπλενε ποτέ και ούτε άφηνε άλλον να το αγγίξει. Ήταν μαύρο από τη στάχτη αλλά δεν το έπλενε. "Περιμένει τον Κωνσταντή." έλεγε. Πείτε το πρόληψη, πείτε το ότι θέλετε, αλλά το 'χε δέσει κόμπο ότι πέθανε ο πάππος μου ο Δημητρός, ο πατέρας της, όταν η προγιαγιά μου έπλυνε το τασάκι του, γιατί αυτός της έλεγε "Τι θες και το πλένεις, βρε γυναίκα, αφού πάλι θα το μαυρίσω. Σαν να με διώχνεις από δω κάνεις.". Κι εκείνο το τασάκι άπλυτο ήταν, μέχρι την ημέρα που η κυρά-Λένη αποφάσισε να το πλύνει και της ήρθαν τα μαντάτα..."Έπεσε ο Δημητρός στη σκάλα του Γιαννέλη." Ο πάππος Δημητρός έπαθε εγκεφαλικό. Μια κι έξω. Από τότε τασάκι δεν ξανάπλυνε η γιαγιά μου. Ούτε του γιου της, ούτε του άντρα της. Και το φλιτζάνι τέλος...
- Κόρη μου, το φλιτζάνι δεν θα σε πει τι να κάνεις. Όμως εγώ θα σου πω ένα πράμα και βάλτο καλά στο κεφάλι σου. Άλλος κάνει κουμάντο...σε όλα... κι όταν εσύ κάνεις πλάνα, αυτός γελάει. Λοιπόν, κάνε αυτό που έχεις να κάνεις και άσε κι Αυτόν να κάνει τη δουλειά του. Ξέρει Αυτός. Κι από την άλλη, παιδάκι μου, τι θες να ξέρεις τα μελλούμενα; Τι ενδιαφέρον θα είχε η ζωή αν τα ξέραμε όλα; Ζήσε με τον μπούσουλά της κι όλα καλά θα πάνε... όλα... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου